Tuesday, February 20, 2007

night chicas





O παππούς ήταν ναυτικός,
αγαπούσε τη γιαγιά και αποζητούσε συνέχεια τρελίτσες.

Η γιαγιά από την άλλη, υπήρξε μια αλήστου μνήμης καλλονή
με αρχαιοελληνική κατατομή, γαλλομαθής και πάλαι ποτέ δεινή ερμηνεύτρια
του Σοπέν.
Το έβλεπες στα μάτια του παππού, εκείνο το στοίχειωμα
του πόθου, της ανάγκης και της λαχτάρας μαζί...

Η γιαγιά ήταν κάθετα αρνητική, ένα τέτοιο βλέμμα ήταν ικανό να την βυθίσει
για ώρες στην γνωστή της ημικρανία, μια παράκληση μόνο, οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε μασαζάκι
στους πονεμένους κροτάφους,
με το δαντελένιο μαντηλάκι εμβαπτισμένο στα χαλαρωτικά έλαια της λεβάντας ( και δραματικές επιπλήξεις όπως, θα με πεθάνεις εσύ αχαΐρευτε!),
μια απαίτηση μπορούσε να οδηγήσει σε μια εξόχως προφερομένη εις την γαλλικήν ανταπάντηση σε ρυθμό μυδραλιοβόλου
και κλασικά
την σπανιόλικη βεντάλια που μ΄ ένα τικ άνοιγε,
για να κρυφτεί πίσω της, αποφεύγοντας το κουταβίσιο βλέμμα του και που συχνά με ένα εξίσου απότομο τικ έκλεινε
καθώς προσγειωνόταν με βία
στα χέρια του,
όταν σε κάποιες απέλπιδες προσπάθειες του, έκανε πως έψαχνε τα γυαλιά του πάνω στις πιέτες του φορέματός της και
στο κομπινεζόν...






και τότε ο παππούς βαλάντωνε,
τον έπιανε το παράπονο,
κλεινόταν στο γραφείο του, γέμιζε το ποτήρι με το κεχριμπαρένιο ρούμι του
που του έστελναν σε βαρελάκι οι παλιοί του φίλοι από την Λατινική Αμερική,
άνοιγε το σκαλιστό ξύλινο κουτί με τα πούρα, άναβε ένα και χανόταν στο μαγικό κόσμο της ονειροπόλησης,

ταυτόχρονα συνέβαινε και κάτι μαγικό κάτω από το μάτι μου, διεσταλμένο ωσάν γαρίδα και κολλημένο στη σχισμή της κλειδαρότρυπας,
η θήκη των πούρων ήταν κινητή και ο από κάτω χώρος φιλοξενούσε μια σειρά καρποστάλ γυμνών γυναικών.

Τότε, η έκφραση του παππού γλύκαινε, ο μυρωδάτος καπνός σιγά σιγά συσκότιζε την ατμόσφαιρα εμποδίζοντας σταδιακά την ορατότητα μου, ακουγόταν η φωνή του να λέει chica, ooo chica mia καθώς χανόταν κι αυτή στην συνέχεια,
μέσα στην βραχνάδα
των τραγουδιών, που εμμονικά επέλεγε να παίζει στο προπολεμικό γραμμόφωνο.

Κάτι τέτοιες βραδιές, κάτι η μουσική, κάτι η πνιχτή φωνή του παππού που ήταν σαν να συνομιλεί, κάτι κάποιες φήμες από το προσωπικό που διαχέονταν συριστικά μέσα από τα κανάλια εξαερισμού του ξενοδοχείου, πως είχαν ακούσει γυναικεία γέλια και φωνές στα ισπανικά από εκείνο το δωμάτιο,
έκαναν την γιαγιά έξω φρενών να κάνει αιφνιδιαστικές επισκέψεις, για να εισπράττει κάθε φορά την ιδία περίπου απάντηση, την ώρα που ο παππούς φαινομενικά ταξινομούσε τα πούρα του, όπως:

αγαπητή μου μόλις ανακάλυψα ένα υπέροχο μινιόν σιγκαρίλος με γεύση βανίλια μαγαδασκάρης/ σοκολάτας μαγκαντέμια/ καραμέλας βουτύρου κτλ., voulez vous?


για να ακολουθήσει, όπως κάθε άλλη φορά, ένα επιπλέον επιτιμητικό βλέμμα και ένα γρατζουνισμένο μουγκριτό. Κάθαρμα!


Στις παραμονές των ενενηκοστών γενεθλίων του θα προτείνει στη γιαγιά μια κρουαζιέρα στην Λατινική Αμερική
για να θυμηθούν τα παλιά και να επισκεφτούν τους τελευταίους φίλους τους.
Η γιαγιά θα αρνηθεί περιπαθώς, καθώς την συγκεκριμένη περίοδο, θα διαδραματιζόταν επίσης το εξαιρετικής βαρήνουσας σημασίας φεστιβάλ κουμ καν, με την κλασική ατρόμητη παρέα από φιλενάδες της στην Αιδηψό.
Το Θέρμαι Σύλλα μετά τη θεαματική λήξη του τελικού των τουρνουά, θα έκλεινε για πολλά χρόνια επισκευών και ανακαινίσεων .







Η γιαγιά θα επιστρέψει εκείνο το καλοκαίρι νικήτρια και τροπαιοφόρος, ο παππούς, όπως θα μας ενημέρωνε ένα τηλεγράφημα από μια πόλη χαμένη στην Κολομβία, στις παρυφές του ποταμού Μαγκνταλένα, δεν θα επέστρεφε ποτέ πια. Όταν ένα μήνα μετά μας παραδιδόταν η τέφρα μαζί με τα προσωπικά του αντικείμενα, θα ανακάλυπτα την τελευταία του επιστολή και αυτή όχι ολοκληρωμένη, την μέρα που ξεκινούσε τις ετοιμασίες για τον εορτασμό των γενεθλίων του....



Την χρονιά που έκλεινα τα ενενήντα χρόνια μου θέλησα
να κάνω δώρο στο εαυτό μου μια νύχτα τρελού έρωτα με
μια έφηβη παρθένα. Θυμήθηκα τη Ρόζα Καμπάρκας, ιδιοκτήτρια
ενός παράνομου οίκου ανοχής, η οποία συνήθως ειδοποιούσε τους
καλούς πελάτες της όταν είχε κάποια άβγαλτη διαθέσιμη.
Ποτέ δεν είχα υποκύψει σ΄ εκείνον ή σε κάποιον άλλο από
τους πολλούς αισχρούς πειρασμούς της, αλλά αυτή δεν πίστευε
στην αγνότητα των αρχών μου. « Ακόμη και η ηθική είναι υπόθεση χρόνου»,
έλεγε μ΄ ένα μοχθηρό χαμόγελο,
«θα το δεις»...









η αφορμή για το αφήγημα που προηγήθηκε ήταν το βιβλίο
Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου
του Gabriel Garcia Marquez
ένα από τα τελευταία (αν όχι το τελευταίο) μυθιστόρημά του,
που μας εισάγει γι άλλη μια φορά στο υγρό κλίμα των τροπικών
και τον έρωτα που δημιουργείται σ΄ έναν ηλικιωμένο στο
κατώφλι των ενενήντα, για ένα νεαρό κορίτσι...
ένα βιβλίο με γοητευτικούς ήρωες, περιβάλλον και μυθοπλασία
πολύ μικρό σε όγκο σε σχέση με την γνωστή χειμαρρώδη
αφήγηση με την οποία ο συγγραφέας μας έχει συνηθίσει
και με μια γεύση-εντελώς προσωπικά-
ανεκπλήρωτου στο τέλος.


οι φωτογραφίες ανήκουν στον Hans Neleman
και οι συγκεκριμένες από την σειρά night chicas
που δημιούργησε ο φωτογράφος, γνωρίζοντας και κερδίζοντας την
συμπάθεια εκδιδόμενων γυναικών στην Γουατεμάλα


Night Chicas is a complex, anthropological tour through a damaged landscape of various Guatemalan prostitutes. Tackling the difficult subject of prostitution with scrutiny and sensitivity, Hans Neleman traveled to Guatemalan brothels to photograph the women and girls who make their livings there. The result is over 200 color photographs, giving us a compassionate portrayal in which Neleman deftly fills the gap between documentary and rigorously staged portraiture, and ultimately restores the human value of these marginalized women.

5 Comments:

At 23/2/07 10:53 AM , Blogger βλαχακι (το) said...

πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση,
είχα ακούσει για αυτό το βιβλίο.

η φύση όλα εν σοφία προσπάθησε να τα ποιήσει...αλλά ξέμεινε στην προσπάθεια.

 
At 23/2/07 12:54 PM , Blogger markos-the-gnostic said...

ναι το ανεκλήρωτο... πάντως μπήκες για τα καλά στην ατμόσφαιρα

 
At 23/2/07 7:05 PM , Blogger Idάκι said...

Άρχισα να ξαναδιαβάζω τα βιβλία του Μαρκές με χρονολογική σειρά, μόλις τελειώσω και το (by far my best) Περί Έρωτος και άλλων Δαιμονίων θα περιλάβω και τις chicas του :)

Πανέμορφο, Τιφοεύ.

 
At 24/2/07 1:53 PM , Blogger hotel iris said...

βλαχάκι καλό μου, η φύση είναι σοφή.

και πίστεψε με, όσα χρόνια κι αν περάσουν
ο άνθρωπος δεν σταματά να θέλει

marko, το ανεκπλήρωτο μας άγγιξε ποτέ, το αγγίξαμε εμείς, θα συμβεί στο μέλλον;
σαν κυνήγι πεταλούδας στα όρια ενός γκρεμού, τι λες;

idaki, έχω κοιμηθεί μετά από ανάγνωση Μαρκές και νομίζω ότι βυθίζομαι σε αιώρα και έξω σταλάζει μονότονα τροπική βροχή,
είναι Μάγος!

 
At 24/2/07 2:52 PM , Blogger βλαχακι (το) said...

ω ναι φυσικά, δεν αντιλέγω
απλά
κάποιοι συνεχίζουν να θέλουν
και κάποιοι σταματούν
και μετά αρχίζουν τα προβλήματα.

με την δίδα φύση έχω κάποια "issues", οπότε
ας μου δικαιολογηθεί λίγος σαρκασμός :D

 

Post a Comment

Subscribe to Post Comments [Atom]

<< Home

header's photo by 3amfromkyoto